Γιατί εγκαταλείπουμε τους στόχους μας; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα τον Σεπτέμβριο, μια περίοδο που για αρκετούς λειτουργεί σαν μια «δεύτερη Πρωτοχρονιά». Επιστρέφουμε στην καθημερινότητα μετά το καλοκαίρι και θέτουμε νέους στόχους: να ξεκινήσουμε γυμναστήριο, να αλλάξουμε διατροφή, να οργανώσουμε καλύτερα τον χρόνο μας ή να γίνουμε «η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας».
Ωστόσο, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εμφανίζεται σχεδόν κάθε χρόνο: πολλοί από αυτούς τους στόχους εγκαταλείπονται πολύ πιο γρήγορα από όσο τους σχεδιάσαμε.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Και γιατί, ενώ οι στόχοι είναι συχνά σημαντικοί για εμάς, δυσκολευόμαστε να παραμείνουμε συνεπείς στην προσπάθειά μας;
Γιατί οι περισσότεροι στόχοι εγκαταλείπονται;
Ένας από τους βασικότερους λόγους είναι ότι οι στόχοι που θέτουμε είναι συχνά υπερβολικά φιλόδοξοι ή ασαφείς. Θέλουμε μεγάλες αλλαγές, άμεσα αποτελέσματα και απόλυτη συνέπεια από την πρώτη κιόλας μέρα.
Όταν όμως η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις προσδοκίες, εμφανίζεται απογοήτευση.
Παράλληλα, πολλοί στόχοι δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένο πλάνο. Υπάρχει η πρόθεση, αλλά όχι η δομή: το «τι ακριβώς θα κάνω και πότε». Χωρίς συγκεκριμένα βήματα, η αλλαγή βασίζεται αποκλειστικά στη διάθεση της στιγμής, η οποία φυσικά μεταβάλλεται.
Τέλος, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η προσδοκία της άμεσης επιτυχίας. Όταν δεν βλέπουμε γρήγορα αποτελέσματα, συχνά θεωρούμε ότι «δεν λειτουργεί» και εγκαταλείπουμε.
Η παγίδα της τελειομανίας
Η τελειομανία αποτελεί έναν από τους πιο συχνούς λόγους εγκατάλειψης στόχων.
Η λογική «ή όλα ή τίποτα» οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να θεωρούν ότι μια μικρή απόκλιση ισοδυναμεί με αποτυχία. Για παράδειγμα, αν κάποιος δεν καταφέρει να τηρήσει το πρόγραμμα για μία μέρα, μπορεί να εγκαταλείψει ολόκληρη την προσπάθεια.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: υψηλές απαιτήσεις, προσωρινή προσπάθεια, μικρή απόκλιση, απογοήτευση και τελικά εγκατάλειψη.
Στην πραγματικότητα, όμως, η αλλαγή συμπεριφοράς δεν είναι γραμμική διαδικασία. Περιλαμβάνει διακυμάνσεις, επιστροφές και προσαρμογές.
CBT και αλλαγή μοτίβων συμπεριφοράς
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) προσεγγίζει την αλλαγή μέσα από τη σύνδεση σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών.
Δεν είναι μόνο αυτό που κάνουμε που επηρεάζει το αποτέλεσμα, αλλά και το πώς ερμηνεύουμε την εμπειρία μας.
Για παράδειγμα, η σκέψη «απέτυχα σήμερα, άρα δεν θα τα καταφέρω ποτέ» οδηγεί σε απογοήτευση και εγκατάλειψη της προσπάθειας. Αντίθετα, η σκέψη «είχα μια δύσκολη μέρα, αλλά μπορώ να συνεχίσω αύριο» ενισχύει τη συνέπεια.
Η CBT δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ρεαλισμό των στόχων. Οι στόχοι χρειάζεται να είναι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι και προσαρμοσμένοι στην καθημερινότητα του ατόμου, όχι ιδανικοί ή θεωρητικοί.
Ο εσωτερικός κριτής και η αυτοκριτική
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ο εσωτερικός τρόπος με τον οποίο μιλάμε στον εαυτό μας.
Πολλοί άνθρωποι λειτουργούν με έναν αυστηρό εσωτερικό κριτή, ο οποίος ενισχύει την πίεση και μειώνει την ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες.
Η διαφορά ανάμεσα στην πειθαρχία και την τιμωρία είναι καθοριστική. Η πειθαρχία έχει στόχο τη συνέπεια και τη φροντίδα του εαυτού. Η τιμωρία οδηγεί σε ενοχή, εξάντληση και τελικά εγκατάλειψη.
Η αυτοσυμπόνια δεν σημαίνει χαμηλές απαιτήσεις. Σημαίνει πιο σταθερή και ρεαλιστική σχέση με την προσπάθεια.
Πώς αυξάνουμε τις πιθανότητες επιτυχίας;
Η επιτυχία στην επίτευξη στόχων δεν εξαρτάται τόσο από τη δύναμη της θέλησης όσο από τη στρατηγική που ακολουθούμε.
Μικρά και ρεαλιστικά βήματα έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να διατηρηθούν στον χρόνο σε σχέση με μεγάλες και απότομες αλλαγές.
Η συνέπεια είναι πιο σημαντική από την τελειότητα. Μια μικρή πράξη που επαναλαμβάνεται σταθερά έχει μεγαλύτερη επίδραση από μια έντονη προσπάθεια που δεν διαρκεί.
Εξίσου σημαντικό είναι να μπορούμε να επαναπροσδιορίζουμε τους στόχους όταν χρειάζεται, χωρίς να το βιώνουμε ως αποτυχία αλλά ως προσαρμογή στην πραγματικότητα.
Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά στη διαδικασία επίτευξης στόχων, όχι μόνο σε επίπεδο οργάνωσης αλλά κυρίως σε επίπεδο κατανόησης των εμποδίων.
Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει τα μοτίβα σκέψης που οδηγούν σε εγκατάλειψη των στόχων, να διερευνήσει βαθύτερες πεποιθήσεις γύρω από την αξία του και να αναπτύξει πιο λειτουργικές στρατηγικές αλλαγής συμπεριφοράς.
Πολλές φορές το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη θέλησης, αλλά τα μοτίβα σκέψης που μας οδηγούν να εγκαταλείπουμε. Η CBT μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση και αλλαγή αυτών των μοτίβων.
Η αλλαγή δεν χρειάζεται να είναι γρήγορη ή τέλεια για να είναι ουσιαστική. Χρειάζεται να είναι ρεαλιστική, σταδιακή και ανθρώπινη.
Μέσα από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας, είτε δια ζώσης είτε online μέσω του My Counselling, μπορεί να υποστηριχθεί αυτή η πορεία αλλαγής με τρόπο πιο σταθερό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες του κάθε ατόμου.